Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Γυναίκα

Κάποτε μ’απράξανε το κτήμα τους να γίνω,
σκόρπαγα ζωή μα από το έργο μου ήθελα να ξεφύγω.
Ξυπόλητη στον ήλιο τα παιδιά μου πονούσα,
οι αλυσίδες τους σημάδια στα χέρια μου αφήσαν.
Τον κλοιό θέλησα να σπάσω, μα με κάψανε με της ηθικής το πρόσχημα.
Μ’ ονόμασαν μάγισσα , μα αν ήμουν, ξόρκια θα τους έλουζα το μίσος τους να εξαφανίσω.

Στη βία των πολλών τις δημιουργίες μου φοβόμουνα ν’ ανακοινώσω,
είναι η γνώση αρσενική και το κλάμμα μου κρυφό.
Όμορφη σαν νεράιδα η κοινωνία με ποθούσε,
μα εγώ ήθελα περισσότερα, το λίγο δε μου αρκούσε.
Μ’ εγκλώβισαν σ’ ένα παραμύθι φτωχό,
σαν παθητική χαζούλα τον πρίγκιπα επίμονα να καρτερώ.
Γιατί πάντα στο μυαλό μου η Σταχτοπούτα τριγυρνούσε,
κι όσες φορές η Αμαζώνα μέσα μου γελούσε,
πάλι γυρνούσα στους ίδιους δρόμους που η μάνα μου , μου μιλούσε.


Για να αποκτήσω πρόσβαση στων φιλοσόφων τα στέκια
έπρεπε πρώτα να κοιμηθώ με άνδρες χίλιους δέκα.
Παλλακίδα, εταίρα, μάγισσα , χίλιες ονομασίες μου αποδώσατε.
Για να νιώσω ελεύθερη πρέπει το ήθος μου να αμφισβητείται.
Με μάθανε την αξιοπρέπεια της κοινωνίας με δέος να προσκυνάω,
τη δική μου όμως αξιοπρέπεια ποιός θα με μάθει ν’ αγαπάω;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου